κατη

9.

Δέκα χρόνια μετά περνούσε από το ίδιο σημείο. 
Η πόρτα ήταν σπασμένη και με λίγη προσπάθεια μπορούσε κανείς να μπεί. Το σκέφτηκε.
Δεν είχε τίποτα να χάσει. Έσφιξε τα χείλη της και μπήκε μέσα σηκώνοντας ένα σωρό από σκόνη στον αέρα.
Η μυρωδιά θαρρείς και είχε μείνει αναλλοίωτη στο χρόνο. Το χρώμα στους τοίχους είχε γίνει γκριζωπό από την υγρασία. Οι καρέκλες ήταν ακόμα εκεί οι περισσότερες σπασμένες. Το βαμμένο ξύλο περιέγραφε με τα νερά του τις χιλιοειπωμένες ιστορίες.  Στα τζάμια υπήρχαν ακόμα δαχτυλιές, αποτυπώματα μιας τελευταίας βραδιάς. 
Έκανε ένα βήμα και σκόνταψε πάνω στην σόμπα. Μέσα της στέκονταν μισοκαμμένα τρία κεράκια. Τα άναψε. Με το λίγο φως, διέκρινε στη γωνία του μπαρ ένα πακέτο τσιγάρα και ένα σπασμένο φλιτζανάκι καφέ. Σήκωσε το βλέμμα, το ρολόι δεν ήταν εκεί.
Είχε αρχίσει να βρέχει. 
ϊσως ερχόταν κάποια άλλη φορά. Έκανε να φύγει, παραμέρισε τον καλόγερο από μπροστά της και με μια αδέξια κίνηση παραπάτησε στην γερασμένη ραπτομηχανή. Σκούπισε τη σκόνη από το τζιν της και την προσοχή της τράβηξε το βιβλίο που στεκόταν ανοιχτό μπροστά της. Το πήρε στα χέρια της και διάβασε....

"Αναρωτιέμαι πώς καταλαβαίνει κανείς ότι ήρθε η ώρα να γράψει την αυτοβιογραφία του, τη διαθήκη του και ολα τα συναφή εγωκεντρικά έγγραφα. Μάλλον είναι η στιγμή που σκέφτεσαι ότι τίποτε άλλο δε μένει, παρά να τα βάλεις κάτω.Λευκό χαρτί .Καθρέφτης. Και έχεις την εντύπωση ότι πρέπει να ξεκινήσεις από την αρχή, μέχρι που φτάνεις στο τέλος και δεν ξέρεις πως να κλείσεις. Οπότε ασ’το. Δεν έχεις κατακλείδα. Ούτε αυτοί ζήσαν καλά. Ούτε εσείς καλύτερα. Κι έμεινες πάλι μόνος εσύ και ο φαύλος κύκλος σου. Νόμιζες θα ξεφύγεις με δυο σειρές και δευτερεύουσες προτάσεις. Για ξεκίνα. Ποια αρχή θα δεσμεύσεις για πρώτη. Δεν ξέρεις καν ποια δύναμη σε γέννησε. Έχεις κάποιες υποψίες αλλά κι αυτές..Αχ αυτές. Τόσο μεγάλες και ταυτόχρονα απειροελάχιστες. Τι σε έκανε παιδί και τι έφηβο; Έδωσες ποτέ απαντήσεις; Μα ποτέ δε ρωτήθηκες. Ο κόσμος του αυτονόητου. Τόσο απλά όλα. Πιο απλά. Ήρθες για να δώσεις και να πάρεις. Από ποιον; Σε ποιον; Κι εσύ που διάλεξες να αναπνέω, δώσε ένα σημάδι. Βοήθα, πως το λένε; Δε με καταλαβαίνεις. Δεν ξέρεις τι περνάω. Δεν είσαι κόρη εσύ. Δεν είσαι γιος. Δεν είσαι γονιός. Δεν είσαι στα καλά σου. Κρίθηκες εκ του αποτελέσματος. Είσαι ένας αριθμός , σχεδόν εξίσωση. Σχεδόν. Γιατί εξάλλου ποιος νομίζεις ότι είσαι ε; Δε σε έχω και ανάγκη. Αλλά πάντα σε είχα. Κλαίω τόσο πολύ για σένα. Και για σένα. Σε ονειρεύομαι. Κι όσο ονειρεύομαι σε βρίσκω. Άλλα και πάλι. Ο κύκλος , κύκλος".



Ten years later she would pass from the very same place.
The door was broken and without trying too much, one could easily enter. She thought about it. 
There was nothing to lose. She bit her lips and entered making a cloud of dust lift up in the air around her. The smell was untouched by time. The colour of the walls had turned grey of humidity. The chairs were still there, most of them broken. The painted wood with its shades was describing the repeated stories that had been heard. On the vitrine glasses, fingerprints, proofs of that very last night. She stepped forward and fell over the stove. Inside of her, three half-burnt candles. SHe lit them up. With this few light she saw at the corner of the bar a cigarette pack and a broken cup of coffee. She looked up. The clock was no longer there.
It started raining.
She might come back another time. She decided to go and pulled aside the standing hanger in front of her and with an awkward move she stumbled over the old sewing machine. She  shook the dust off her jeans and her attention was caught by an open book that was lying half-open in front of her. She took it in her hands and read...

"I wonder how one can understand that it is time to write his autobiography,  his covenant and all such egocentric documents. I guess it's the time when you have nothing left to do but put it all down. White paper. Mirror. And you have the impression that you have to start from...the beginning, until you get to the end and you don't know how to conclude. So, drop it. You have no conclusion. No happily ever after. And you are left alone. You and your vicious circle. You thought it would be some lines and indirect sentences. So start.  Which beginning you will commit to be the first one? You don't even know which was the power that brought you to life. You have your assumption. But well. They are so big and at the same time tiny. What made you a kid and what an adolescent? Did you ever give answers to that? But you were never asked!! The world where everything is for granted. Simple, everything. Simpler even. You came to give and to get. But from who?And to who? And You, thatyou decided my breathing, give me a sign. Help, how should I put it? You don't understand me. You are not a daughter!You are not a son!You are not a parent! You are no good! You were criticised by the result. You are a number, an equation. Almost. Cause after all, who do you think you are? I don't need you. But I always did. I cry so much for you. And for you. I dream of you. ANd as I dream, I find you.But even so...The circle, remains a circle".