κατη

Wait..

«Δεκατέσσερα ευρώ και σαράντα λεπτά» , του είπε η ταμίας ...

Την κοίταξε σχεδόν απο μέσα της , φτάνωντας μέχρι το κενό, μέτρησε τα ψιλά στον πάγκο, όσα φτάσανε δηλαδή για δυο μπουκάλια κόκκινο κρασί ! Η εβδομάδα τελείωσε, Παρασκευή, οι υποχρεώσεις του έφταναν στο τέλος τους κάθε τέτοια μέρα , η δουλειά του, οι ξεθυμασμένες καλημέρες του, η αξιολόγηση του αφεντικού του και οι χαμένες εργατοώρες του μήνα συνοψίζονταν σε δεκατέσσερα ευρώ και σαράντα λεπτά ! Δυο μπουκάλια κρασί , σπονδή για όσα έχανε μέσα στην εβδομάδα μα και γιορτή για όλα όσα τώρα ξεκινούσαν πάλι.
Βιάστηκε να γυρίσει σπίτι, δεν άντεχε τα βρώμικα πεζοδρόμια της πόλης, τ’ αργοπορημένα λεωφορεία, τις αργοπορημένες ζωές που ζούσαν οι άνθρωποι χωρίς ν’ αγγίζουν ο ένας τον άλλον, τις γραμμές της λεωφόρου , τα σήματα κυκλοφορίας, το ωράριο, τους κανόνες, τη λογική. Το βήμα του γοργό, κυνηγημένος ανάμεσα στους κυνηγημένους. Το κλειδί ήταν ήδη στο χέρι του και έπαιζε όπως θα έκαναν οι παλιοί με μια σφαίρα στα δάχτυλά τους. Μες στο σκοτάδι ήξερε καλά τη σχισμή της κλειδαριάς, δεν άνοιξε καν το φώς, μπήκε, πέταξε το πουκάμισό του στη πολυθρόνα, κοίταξε τη φωτογραφία της και χαμογέλασε... Μέσα στην απόλυτη ησυχία ήθελε ν’ ακούσει μονάχα λίγη μουσική, έτσι όπως έκανε πάντα κάθε τέτοιο βράδυ. Είχε μια κινηματογραφική χροιά κι έτσι χρειαζόταν το δικό του σάουντρακ. Μια μουσική επένδυση για τη δική του ταινία. Για τα δικά του μεσάνυχτα!
Κρασί, μουσική και play στο Κασετόφωνο. Ένα μικρό πορτατίφ είχε μόνο να τον συντροφεύει καθώς το ποτήρι γέμιζε ξανά μ’ ελπίδα μέχρι πάνω ! Στα χείλη του σκαρφάλωσε ένα στριφτό τσιγάρο και ο καπνός γέμισε τα πνευμόνια του ως και τη τελευταία τους κυψέλη. Σκέφτηκε τις νουθεσίες του κράτους πάνω στο πακέτο, «Το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία και τους γύρω σας» και γέλασε σαν να άκουσε ένα καλό ανέκδοτο. Σκέφτηκε, γιατί να μην βάζουν ταμπέλες με τις ίδιες νουθεσίες πάνω στα χρήματα ή στη δουλειά, στον έρωτα ή στην αγάπη, στα κόμματα ή στη τηλεόραση. Μια πεταλούδα πέταξε απο μπροστά του και τότε κατάλαβε ή καλύτερα συνειδητοποίησε πως όλα τα πράγματα σε αυτό το κόσμο κυκλοφορούν με το διττό τους πρόσωπο , τη διττή τους σημασία. Καλό και Κακό. Ποιός το κρίνει και ποιός το αντιλαμβάνεται ; Ποιός μπορεί να πει πως ο έρωτας είναι καλός ή κακός ; Τον ζεις πάντα μέσα στην έκσταση του και τελειώνει σχεδόν πάντα για όλους ! Είναι καλός όταν τον ζεις και ξαφνικά όταν τελειώνει αυτόματα γίνεται κακός σαν τύρρανός ; Οχι! Ο έρωτας είναι έρωτας και τέλος ! Καλό ή κακό κανείς δεν μπορεί να το κρίνει. Είναι μια ολόκληρη έννοια απο μόνος του, ένα ξεχωριστό σύμπαν με τη δική του πραγματικότητα, τον δικό του χρόνο, τις δικές του διαστάσεις για τον καθένα μας έτσι που γίνεται μοναδικό αποτύπωμα στη καρδιά και στη ψυχή μας, είπε καθώς ήπιε τη τελευταία γουλιά απο το ποτήρι .
Δεύτερο μπουκάλι κρασί. Μια γλυκιά ζαλάδα προσγειώθηκε στη ματιά του, οι κόρες του άνοιξαν διάπλατα, φως και σκοτάδι πάλεψαν σκληρά και στο τέλος έγιναν Ένα, τόσο που δεν ξεχώριζες αν η σκιά ήταν γέννημα της απουσίας ή της ύπαρξης του φωτός ! Οι εποχές ενώθηκαν , ο χειμώνας αγκάλιασε την άνοιξη και το καλοκαίρι μύρισε φθινόπωρο. Ο χρόνος πλέον δεν είχε δευτερόλεπτα , μόνο με ανάσες μπορούσες να τον μετρήσεις, οι ήχοι της νύχτας έγιναν στίχοι ποιητών και η μουσική έδινε τις κινήσεις στο κορμί , στο πώς να πάλλεται, στο πώς να περπατά , στο πώς ν’ αγκαλιάζει...
Ακούστηκε το σύρσιμό απο το φόρεμα της μέσα απο τον καθρέφτη , τα πόδια της δεν άγγιζαν τις γραμμές απο το πάτωμα κι η πόρτα έκλεισε αργά , σχεδόν δεν ακούστηκε... ήξερε πως ήρθε επιτέλους... Μεσάνυχτα ! Τα δικά του Μεσάνυχτα ήταν εδώ!

Τα χέρια της ακούμπησαν πάνω στους ώμους του, γλύστρησαν στο λαιμό και σταυρώθηκαν πάνω στο στήθος του για να πλεχτούν με τα δικά του

«Ήρθες ! Επιτέλους ήρθες ! Κάθε εβδομάδα που περνάει αργείς, αργείς όλο και πιο πολύ, ένα δευτερόλεπτο τη φορά, μια ανάσα τη φορά, μια ώρα, δυο εποχές ...»

Το Κασετόφωνο χαμήλωσε σαν να ήθελε μονάχα να υπάρχει σαν μουσικό χαλί πίσω απο αυτή τη σκηνή...

«Αγάπη μου, αφού ξέρεις. Πάντα θα αργώ , όλο και πιο πολύ όσο περνάει ο καιρός, είναι δύσκολα εκεί έξω , με τους ανθρώπους, με τα λόγια τους, με τις αγκαλιές τους που έχουν πάντα τον τρόπο να σε κάνουν να ξεχνάς. Αλλά είμαι εδώ τώρα, είδες ; Ασε το ποτήρι με το κρασί και κοίταξε με»

Την κοίταξε και βυθίστηκε στο βλέμμα της , στα γκρίζα μάτια που είχε δει εκείνη τη μέρα που γύρισε ο κόσμος ανάποδα! Είδε ξανά όλες του τις ελπίδες και πάλι ν’άναπνέουν πάνω στο στήθος της , να γίνονται ανάσα και ζωή !
Βύθισε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του, το πρόσωπό του δεν είχε πλέον τις χαράδρες του χρόνου,δεν υπήρχε χρόνος για λόγια, τα μάτια του είχαν γίνει ένα με τα δικά της , οι παλμοί του δυνάμωναν , τα χέρια ακούμπησαν μηχανικά και ξάπλωσε πάνω του στη πολυθρόνα. Η αναπνοή του γλύστρησε πάνω στο δέρμα της , γύρω απο το λαιμό της , τα λόγια του έβγαιναν ασθματικά και όταν τη φίλησε οι γραμμές των χειλιών τους ενώθηκαν σαν να συμπλήρωνονταν , σαν ο καθένας να είχε τα μισά κομμάτια απο ένα πάζλ πιο αρχαίο κι απο τον ίδιο τον χρόνο . Εκείνη ζωγράφισε ξανά τα στίγματα που φορούσε τόσα χρόνια στο πετσί του με το δικό της μελάνι, πάνω στις φλέβες του άφησε τους ψυθίρους της να ταξιδέψουν , το φόρεμά της σκέπασε και τους δυο. Οι παλμοί τους ακόρντα πλέον , κορμί, δάχτυλα, αισθήσεις και μουσική έγιναν μια μεγάλη Συμφωνία. Αργά, ηδονικά, τα κορμιά τους είχαν ενωθεί , οι γλώσσες τους πύρινα ερπετά που προσπαθούσαν να σκοτώσουν το ένα το άλλο, ο ιδρώτας κυλούσε στα πρόσωπά τους , οι τοίχοι απο το δωμάτιο μεταμορφωθήκαν σε χιλιάδες εκρήξεις σουπερ νόβα στο τέρμα του Συμπαντος, στο πάτωμα η Κόλαση και ο Παράδεισος δεν ξεχώριζαν, ο Θεός ήταν νεκρός , Εκείνος γραπώθηκε απο τη μέση της κι Εκείνη στο λαιμό του πιάστηκε σαν ναυαγός, έπεσε σαν κομήτης που αυτοκτονεί στον πλανήτη της , η μουσική δυνάμωνε , οι ανάσες μετρούσαν αντίστροφα, τα δάχτυλά της έγιναν άγκυρες στο βυθό του κορμιού του , εκείνη τη στιγμή ο Θάνατος δεν μπορούσε να υπάρξει , δεν υπήρξε ποτέ , είχε γίνει παραμύθι για να τρομάζουν τα παιδιά , τα πνευμόνια τους δεν ζητούσαν οξυγόνο , μόνο ο Ένας τον Αλλον , όχι , δεν υπήρχε Ένας , δεν υπήρχε Άλλος , ήταν Ενα εξαρχής, οι λέξεις των ανθρώπων δεν αρκούν για να το περιγράψουν, πρέπει να γεννηθεί ένας καινούριος κόσμος, στα σώματα τους θα έβλεπες να πυροβατούν τα στοιχειά των σαμάνων , η μουσική έφτανε στο μεγάλο της
Κρεσέντο , την έσφιξε όσο μπορούσε , ξημερώνει , όχι , όχι τώρα, ένιωθε τους παλμούς χαμηλά στη κοιλιά της να σιγοντάρουν την ανάσα της, όχι , μη , ξημερώνει , τα μάτια της , τα μάτια του , σήμερα άργησες , μη σταματάς, φώναξε το όνομά του κι επικαλέστηκε τον Θεό την στιγμή που .......

Το ποτήρι γλύστρισε απο τα χέρια του κι έγινε θρύψαλα στο πάτωμα του μπαλκονιού... Έμεινε μια να κοιτάζει στο πάτωμα ένα σχηματισμό αστερισμών θανόντων και μια τα χέρια του που τρέμαν όπως το κορμί της...
Καθώς ξημέρωνε το Κασετόφωνο είπε τη τελευταία του κουβέντα
«There were nights and mornings ,
When you came to me
Found your way into my bones, my joints
Into my veins
Like an animal you coiled your darkness around me
You spelled your name in charcoal
All over my body»


Το τηλέφωνο ... Ντριιιιιιιιν !!!

@Nikos LeFou Pierrot