κατη

6.

Ξεκίνησε σαν παραφορτωμένη διακόσμηση βαπτιστικής μπομπονιέρας.


Πλάκα είχε άλλα όταν ξεφορτώθηκε το κουφέτο ένιωσε μια άλφα ανακούφιση, όχι για το βάρος αλλά για την υποτιθέμενη ανάμνηση που αντιπροσώπευε. Βάφτιση ενός παιδιού που ποτέ δεν ερωτήθηκε αν θέλει να ονομαστεί "έτσι", που δεν επέλεξε να γεννηθεί, που κανείς δε θα του έλεγε ότι ήταν ατύχημα. Οπότε ναι, καλύτερα χωρίς το κουφέτο, στο σπίτι της κυρά-Σοφίας που επέλεξε να τον κάνει διακοσμητικό μπάνιου όχι για τη χρησιμότητα, αλλά για το ότι το χρώμα του ταίριαζε με τη λεπτομέρεια στο πλακάκι.


Αυτό όμως που του άρεσε περισσότερο στην καινούρια του καθημερινότητα ήταν το γεγονός ότι βρισκόταν μπροστά από τον καθρέφτη. Με πλάτη σε αυτόν, ώστε να μπορεί να αντικρίζει όλους τους εκάστοτε επισκέπτες που καθρεπτίζονταν συστηματικά μπροστά του. Δεν είχε καταλάβει γιατί αλλά πριν από οποιουδήποτε λόγου επίσκεψη προηγούνταν ένα κοίταγμα στον καθρέφτη. Οι περισσότεροι επιβεβαίωναν το αλάθητο της κόμης, γυναίκες πουδραρίζονταν δυσαρεστημένες, συνοφρυωμένες, θριαμβευτικές, επικίνδυνες σχεδόν, άντρες ξύριζαν τα μούσια τους και άλλοι χτένιζαν το μουστάκι με την τσατσάρα της γιαγιάς. Οδοντόκρεμες, λακ, τσιμπιδάκια, χτένες, αρώματα, αφρόλουτρα, χαρτί υγείας, αφράτες πετσέτες, πετσέτες μούσκεμα και πριν από όλα αυτά, μετά από όλα αυτά και κατά τη διάρκεια...ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ. Το πιο ξεκάθαρο φλερτ με τον ίδιο τον εαυτό τους. Το μπάνιο είναι το δωμάτιο της αλήθειας, σκεφτόταν συχνά..


Η κυρά- Σοφία ήταν πια περασμένα ογδόντα. Τα μάτια της δεν ακολουθούσαν πιστά της λεπτομέρειες τις πραγματικότητας γι' αυτό και δεν πήγαινε πουθενά χωρίς τα γυαλιά της. Μόνο στο μπάνιο κάθε φορά που έμπαινε, άναβε το φως, τα έβγαζε και τα τοποθετούσε προσεκτικά δίπλα του. Κοιταζόταν στον καθρέφτη και χαμογελούσε στη θολή εικόνα της. Και κάθε φορά που έβγαινε  έκανε τάχα πως δε θυμόταν που τα άφησε, διευκολύνοντας τον εαυτό της να πιστέψει ότι δεν το κάνει επίτηδες.

Όταν έσβηναν τα φώτα, μόνο τότε, γυρνούσε και εκείνος προς τον καθρέφτη και έτσι όπως ήταν με τα χεράκια ψηλά και τα δοντάκια του έξω, χαμογελούσε στο αόρατο είδωλό του και το επιβεβαίωνε όπως όλοι οι υπόλοιποι ότι είναι ευτυχισμένο.




It began as an overloaded baptism sweet box.

It was fun, but when he got rid of the candy on his back he felt a relief, not for the weight but for the alleged memories it represented. Baptism of a child who never asked if he/she wants to be called “that way”,  or chose to be born and no one would say to him/her that it was an accident. So yeah, better without the candy in the house of mistress Sophia, who has chosen him not for his utility but as a decorative piece in her bathroom matching the color of the detail in the tile.

The thing that he liked the most about his new reality , was the fact that he was standing in front of the mirror. With back to the mirror he was able to face all the guests consistently mirrored to it. He couldn’t understand why, but before every visit, a look on the mirror was necessary. Most of them affirmed the infallibility of their hair, women powered themselves discontented, frowned, triumphant, almost dangerous, men shaved their beards and others were combing their moustache with granny’s’ comb. Toothpastes, hairspray, tweezers, combs, perfumes, shower gels, toilet paper, fluffy towels, soaked towels and before, during and after all this…MIRROR. The most obvious crush on their own selves. He often thought that the bathroom was the room of truth.

Mrs. Sophia was over eighty. Her eyes did not follow exactly the details of reality and for that reason she could not go anywhere without her glasses.  Only in the bathroom, every time she entered, lit the light, took her glasses and placed them carefully beside him. She was looking in the mirror and smiling at her blurred image.
And every time she came out she was acting as if she could not remember where she left them, making herself into believing that she did not do it on purpose.

When the light went off, only then, he was turning to the mirror, and as he was standing with his little hands up in the air and his teeth out, he was smiling at his invisible idol and confirmed like all the rest, that he was happy.