κατη

23.

'Γρήγορα, πρέπει να προλάβουμε...Δε χωράει καμία καθυστέρηση όλο αυτό.  Αλλιώς θα χάσω τη δουλειά μου kai ο θείος μου δε θα είναι καθόλου ευχαριστημένος.. ''
Οι υπηρέτριες άρχισαν μία μία να ξεβάφουν τα νύχια τους, χαζεύοντας τα μία τελευταία φορά. Τους είχε καλομάθει η Ρωξάνη. Κάθε Κυριακή, μαζεύονταν για να κόψουν τα νύχια τους, όπως όριζαν οι κανονισμοί για όλες τις υπηρέτριες των ανακτόρων. Η Ρωξάνη, καλοπροαίρετη όπως πάντα, πρώτα τους τα περιποιούνταν σαν να ήταν οι πιο απαιτητικές πελάτισσες.Τους τα έβαφε με κόκκινο χρώμα και για τα επόμενα δέκα λεπτά, μέχρι να στεγνώσουν, ένιωθαν όλες τη θηλυκότητά τους να ξεχειλίζει, να βάφει τη σάρκα τους και να αναδύει το πιο ελκυστικό άρωμα του κόσμου. Σε αυτά τα δέκα λεπτά, γίνονταν βασίλισσες με μεταξωτά φορέματα, γοβάκια και χρυσοκέντητα καπελάκια. Χόρευαν σε μεγάλες σάλες με τον αγαπημένο τους, χάριζαν βλέμματα σε περαστικούς, έκαναν έρωτα με αγνώστους. Δεν υπήρχε τίποτα πιο όμορφο από τον εαυτό τους. Κοιτάζονταν στον καθρέφτη, παριστάνοντας ότι κρατούσαν βεντάλιες. Χαχάνιζαν μεταξύ τους χωρίς να υπάρχει τίποτα το αστείο. Μερικές επίτηδες ακουμπούσαν τα νύχια τους στον τοίχο, για να ξεβάψει το χρώμα και να αναγκάσουν τη Ρωξάνη να τους τα ξανακάνει. Έτσι κέρδιζαν λίγα ακόμα λεπτά δόξας. Μόλις τα νύχια στέγνωναν έπρεπε γρήγορα να τα ξεβάψουν γιατί ήταν η ώρα που σερβίριζαν το τσάι στη βασιλική οικογένεια. Πρώτα τα ξέβαφαν πάντα οι μαγείρισσες για να μη μυρίσουν τα φαγητά οινόπνευμα και στη συνέχεια οι σερβιτόρες. 
Σήμερα όμως, η μικρότερη από όλες, η Αλεξάνδρα αρνείται κατηγορηματικά να τα ξεβάψει. Θα πάει έτσι λέει. Και ας θυμώσει ο βασιλιάς. Και ας χάσει τα πάντα.Νιώθει τέλεια. Έβαλε την ποδιά της και στα στήθη της έκρυψε δύο τριαντάφυλλα. Κράτησε την καυτή τσαγιέρα και προχώρησε προς την μεγάλη αίθουσα. Ο βασιλιάς της ζήτησε να του βάλει λίγο τσάι, με δύο κουταλιές μέλι. Εκείνη έσκυψε μπροστά του και τον υπηρέτησε. Ο βασιλιάς ζήλεψε τα στήθη της που ανάβλυζαν μια γλύκα τριαντάφυλλου. Το πρόσωπό της δε φαινόταν καθαρό μέσα από την άσπρη μαντίλα. Παρατήρησε τα νύχια της. Ήταν κατακόκκινα, σαν τριαντάφυλλα. Σκέφτηκε πως αυτός θα ήταν ο λόγος της μυρωδιάς της. Για τα επόμενα χρόνια ο βασιλιάς θα ζητούσε να τον σερβίρει μονάχα η υπηρέτρια με τα τριανταφυλλένια χέρια και έτσι για τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα, όλες οι υπηρέτριες ένιωθαν γυναίκες για λίγες ώρες παραπάνω. Ο βασιλιάς δεν παρατήρησε ποτέ πως καμία δεν μύριζε τριαντάφυλλο όπως η πρώτη. Πλέον τον ενδιέφεραν  μόνο τα στήθη και τα κόκκινα νύχια. 
Η Ρωξάνη, στα τελευταία της, χάρισε το κουτί με τα εργαλεία της στην Αλεξάνδρα. Μέσα του έκρυψε ένα τριαντάφυλλο και τη φωτογραφία της. Από πίσω έγραψε: Σε σένα που έφερες τους άντρες λίγο πιο κοντά στα δάχτυλά μας, σε σένα που μυρίζεις γυναίκα-τριαντάφυλλο, μην ξεχνάς, πως για σένα τα 'βαψες πρώτη φορά..


''Hurry, we must make it ... No delay is allowed.Otherwise I will lose my job kai my uncle will not be happy at all .. ''
The maids started one by one to discolour their nails, looking at them for one last time. They were spoiled by Roxanne. Every Sunda.y they would gather to cut their nails, as required by the regulations of the palace, for all the maids. Roxanne, kind as always, first she would take care of their nails as if they were the most demanding customers. Then she would paint them red and for the rest ten minutes until they were dried, they would all feel their feminity to overflow, to paint their flesh and emerge the most attractive fragrance in the world. During those ten minutes they were queens in silk dresses, heels and gold embroidered hats.They were dancing in large halls with their lover, they were looking at passersby, they were making love with strangers. There was nothing more beautiful than themselves. They would look themselves in the mirror pretending that they were holding fans. They would giggle with each other without anything being funny. Some would deliberately touch their nails against the wall, so that Roxanne would redo them and like this they would gain some more minutes of glory. Once the nails were dried they had to quickly discolour them as it was the time to serve the tea to the royal family. First to bleac the nails were the cooks, so that the food would not smell of alcohol ans then the waitresses.
But today, the youngest of them all, Alexandra, denies to do it. She will go like this , she says. Even if the king gets angry. Even if she loses everything. She feels perfect. She put her apron and in her breasts she hid two roses. She holded the hot teapot and headed for the big room. The king asked her to put him some tea with two spoons of honey. She leaned forward and served him. The king was intrigued by her breasts that were gushing a sweetness of roses. Her face was not quite visible because of her white vail. He noticed her nails. They were red like roses. He thought that was the reason of her smell. For the next year the king would ask to be served only by the girl with the  rosy hands, so at least once a week all the maids would feel women for some more hours. The king never noticed that nobody was smelling roses like the first one. Now he was only interested in breasts and nails. 
Roxanne, a bit before she died, she handed her box of tools to Alexandra. Inside, she put a rose and a foto of her. Behind the foto she wrote: To you that brought men a bit closer to our fingers, to you that you smell like a rose-woman, don't forget that the first time, you painted your nails just for you...